Τους ενόχλησε η άμυνα μας
Το ζήτημα της στρατιωτικής κυριαρχίας στο Αιγαίο παραμένει στην κορυφή της επικαιρότητας στην Τουρκία. Αναφορές σε ελληνικά αμυντικά έργα, όπως η «Ασπίδα του Αιγαίου», προκαλούν τις αντιδράσεις Τούρκων αναλυτών που κάνουν λόγο για παραβίαση ζωτικών ορίων της χώρας τους.
Προβάλλοντας μια δική τους ερμηνεία για τις Συνθήκες της Λωζάννης και των Παρισίων, επαναφέρουν πιεστικά το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων, ενώ σε τηλεοπτικές εκπομπές διατυπώνονται εκ νέου ανυπόστατοι ισχυρισμοί που αμφισβητούν ανοιχτά την ελληνική κυριαρχία στο Καστελλόριζο.
Λοιπόν έχουμε και λέμε με την Συνθήκη της Λωζάνης (1923) αναγνωρίστηκε η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου με την υποχρέωση εκ μέρους της Ελλάδας να διατηρούνται αποστρατιωτικοποιημένα, μαζί με το καθεστώς των Στενών των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου που αποστρατιωτικοποιήθηκαν και τέθηκαν υπό τον έλεγχο διεθνούς επιτροπής (καθεστώς που άλλαξε αργότερα με τη Συνθήκη του Μοντρέ το 1936).
Όσο για το νομικό καθεστώς των Δωδεκανήσων καθορίζεται κυρίως από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (10 Φεβρουαρίου 1947), η οποία αποτελεί το θεμέλιο της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά. Η Συνθήκη της Λωζάνης (1923) αποτέλεσε το ενδιάμεσο βήμα, μεταβιβάζοντας την πλήρη κυριαρχία τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Ιταλία, πριν αυτά καταλήξουν οριστικά στην Ελλάδα. Αλλά ας τα πάρουμε έναν προς ένα:
1. Η Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και η Ιταλική Κυριαρχία
Με το Άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάνης, η Τουρκία παραιτήθηκε οριστικά και αμετάκλητα από κάθε δικαίωμα και τίτλο επί των Δωδεκανήσων υπέρ της Ιταλίας. Τα νησιά που κατονομάστηκαν ρητά ήταν: Αστυπάλαια, Ρόδος, Χάλκη, Κάρπαθος, Κάσος, Τήλος, Νίσυρος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος, Λειψοί, Σύμη, Κως, καθώς και το Καστελλόριζο. Η παραίτηση αυτή περιελάμβανε και «τις νησίδες τις εξαρτώμενες από αυτές»,
2. Η Συνθήκη των Παρισίων (1947) και η Ενσωμάτωση στην Ελλάδα
Μετά την ήττα της Ιταλίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπογράφηκε η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων. Με το Άρθρο 14 της συνθήκης αυτής:
Η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα την πλήρη κυριαρχία των νησιών της Δωδεκανήσου και ΤΩΝ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΩΝ ΝΗΣΙΔΩΝ τους, γεγονός που θωρακίζει νομικά το καθεστώς των μικρότερων νησιών και βραχονησίδων της περιοχής, π.χ των Λιμίων – Ιμία, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις της Τουρκίας περί «γκρίζων ζωνών». Τα νησιά περιήλθαν επίσημα στο ελληνικό κράτος, οδηγώντας στην επίσημη τελετή Ενσωμάτωσης στις 7 Μαρτίου 1948.
3. Το Ζήτημα της Αποστρατιωτικοποίησης
Το Άρθρο 14 της Συνθήκης των Παρισίων αναφέρει ναι μεν ότι τα νησιά «θα παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα». Ωστόσο, η νομική και πολιτική πραγματικότητα έχει διαφοροποιηθεί λόγω των εξής παραγόντων:
α) Η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη των Παρισίων του 1947 (καθώς ήταν ουδέτερη στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, μια χώρα δεν μπορεί να αντλεί δικαιώματα από μια συνθήκη στην οποία δεν συμμετέχει.
β) Η Ελλάδα επικαλείται το Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, το οποίο υπερισχύει κάθε διεθνούς συνθήκης. Το δικαίωμα της αυτοάμυνας ενεργοποιείται λόγω της δημιουργίας της τουρκικής Στρατιάς του Αιγαίου στα απέναντι παράλια και των επίσημων απειλών πολέμου (casus belli).
γ) Οι συνθήκες ασφαλείας στην περιοχή μεταβλήθηκαν ριζικά μετά το 1947 και την εισβολή στην Κύπρο το 1974, δικαιολογώντας τη λήψη αμυντικών μέτρων.
Επιπλέον οι τουρκικοί ισχυρισμοί παραβλέπουν σκόπιμα ότι η Συνθήκη της Λωζάννης επιτρέπει τη διατήρηση στρατιωτικών δυνάμεων στα νησιά για τη συνήθη θητεία, ενώ το καθεστώς της Λήμνου αναθεωρήθηκε πλήρως υπέρ της Ελλάδας με τη Συνθήκη του Μοντρέ το 1936. Σε κάθε περίπτωση όμως, η Αθήνα ως οφείλει θωρακίζει αμυντικά την περιοχή των νησιών μας ενεργοποιώντας το δικαίωμα στη νόμιμη αυτοάμυνα, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, απέναντι στην πάγια τουρκική απειλή.
Ας το πάρουν απόφαση οι «φίλοι» μας «σύμμαχοι» και γείτονες, ότι η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων, επομένως δεν αντλεί κανένα δικαίωμα από αυτήν (res inter alios acta), επιπλέον «ότι απειλείται δεν αποστρατικοποιηται».
Εφόσον όμως το θέλουν ας προβούν σε πράξεις καλής θέλησης προς την Ελλάδα για να φύγει η καχυποψία μεταξύ των δύο χωρών και αυτές οι πράξεις είναι οι εξής:
1. Κατάργηση την 4ης Στρατιάς του Αιγαίου (όχι να την μεταφέρουν πιο μέσα), που έχει έναν ιδιαίτερο και ξεκάθαρα επιθετικό επιχειρησιακό προσανατολισμό προς τα ελληνικά νησιά και η όποια είναι η μοναδική τουρκική στρατιά που δεν είναι ενταγμένη στις δομές του ΝΑΤΟ. Υπάγεται απευθείας στο Τουρκικό Γενικό Επιτελείο, πράγμα που σημαίνει ότι η Άγκυρα τη διαχειρίζεται αυτόνομα, χωρίς συμμαχικές δεσμεύσεις. Κύριος ρόλος της δεν είναι η άμυνα συνόρων, αλλά η σχεδίαση και εκτέλεση αμφίβιων (αποβατικών) ενεργειών, αεροκίνητων επιχειρήσεων και καταλήψεων ακτών!
Αριθμεί περίπου 130.000 ενεργό προσωπικό. Τα τελευταία χρόνια έχει υποστεί μετασχηματισμό, με τη μετατροπή μηχανοποιημένων μονάδων σε επίλεκτους σχηματισμούς καταδρομών, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες ταχέων επιχειρήσεων σε νησιωτικό περιβάλλον.
2. Απόσυρση του μεγάλου στόλου των αποβατικών τους σκαφών από τις μικρασιάτικες ακτές.
3. Κατάργηση του casus belli (απειλή πολέμου) από την τουρκική Εθνοσυνέλευση (1995) εναντίων της Ελλάδος και μετά είμαστε εδώ να συζητήσουμε ήρεμα και ωραία, ως δύο καλοί γείτονες, μέχρι τότε ας κάνουν όνειρα.
Ας ξέρουν όσοι επιβουλεύονται την πατρίδα μας πως η καθημερινή μας ηρεμία δεν είναι αδυναμία. Αν ποτέ χρειαστεί, κλείνουμε τις πληγές μας, ξεχνάμε τα παράπονα και γινόμαστε ένα. Η ψυχή μας θεριεύει, γινόμαστε ένας αλύγιστος τοίχος που προστατεύει τα ιερά μας και καταπίνει κάθε εχθρό.
Αυτή την κρυμμένη μας δύναμη, ας μην τη διανοηθούν ποτέ να την υποτιμήσουν.
